ΔΡΥΟΠΙΚΗ ΓΗ

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ...ένα τόλμημα εσωτερικής αυτοβιογραφίας...

alt

Το να παραθέτω αναμνήσεις και σκέψεις της παιδικής μου ηλικίας είναι δύσκολο, όταν μάλιστα πρόκειται για γεγονότα περισσότερο ψυχικά, παρά για μια απλή ιστόρηση ενθυμήσεων και καταστάσεων... 


Μάνα γη

alt


Τη μάνα γη επάλεψαν να βρούν, οι θύμησες, οι μνήμες,

ψηλά στ΄αϊ-Λιά τις κορυφές και στα ριζά, στα πλάγια.

Μα πουθενά δε βρέθηκε τορός, καημός, χαρά και πόθος.

Τους έκρυψε η καταχνιά, η αντάρα, το αγιάζι.


Καλά κρυμένα μυστικά στον κόρφο της κρατούσε,

που έλεγαν για το ντουνιά πούχε στα σωθικά της,

για τη ζωή, το θάνατο και για τα ριζικά της.

Και σα διηγιέται ανθίζουν οι αμυγδαλιές

και κλαίν' οι μυροφόρες.


Μητέρα γη σ' αποζητούν ψυχές θολές, θανατορημαγμένες.

Διαβαίνουν, κοιτούν από ψηλά, στις κούρνιες των ηρώων.

Πούνε τα νειάτα και το φως; Που 'στε αγαπημένοι;


Στου αϊ-Δημήτρη τις πλαγιές βροντά αστροπελέκι,

παίρνει στου Άδη τις σκιές κυρα-Διαμαντω-φορεμένη.

Και πέρα μες 'τα διάσελα, στις ρεματιές, στους λόγγους,

οι Μοίρες οι κατάρατες μακρύ κεντούν υφάδι.


Τον Ηρακλή επρόσμενες, γη των Δρυόπων, αγνή μητέρα.

Στο κάστρο το Παλιόκαστρο, γλυκό ψωμί τον χόρτασες,

πήρες τη δύναμή του, και στης Κατέρως τ' αθάνατα νερά

δρόσισες το κορμί του. Κι έγινε ο δρόμος του ελαφρύς,

ο πυρωμένος δρόμος..


Όσοι δεν άκουσαν τα χωρατά, δε δάκρυσαν με πόνο,

δεν όργωσαν τη μαύρη γη, τα στάχια δε θερίσαν,

πέρα στους λόγγους και στις εκκλησιές, δεν είπαν μοιρολόϊ,

δεν ήπιαν το γλυκό κρασί, δε γεύτηκαν τα κράνια του Αυγούστου...

μάνα μου γη, πως να σε γλυκοφιλήσουν; 


Χρόνης Μούτσης  Παιανία 30 Αυγούστου 2014

  

alt


ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ


alt


 

Αναμνησεις

 Σκεψεις

 Ονειρα

 

 Η προσμονη

 

 Έβγαζαν φτερά τα πόδια μου,

 να φτάσω, να δω αγαπημένους και

 πρόσωπα καρτερικά, καλοσυνάτα, ν' αντικρίσω.

 Σ' αγκαλιές γλυκές να αφεθώ,

 αποσταμένα χέρια να φιλήσω...

 

  Κοίταζα αντίκρυ μου τις χιονοσκέπαστες βουνοκορφές της Γκιώνας,

 τις ράχες τ' Αϊβασίλη τις κατάφυτες

 κι άκουγα του καλογιάννου το γλυκό τιτιβισμα.

 Τι περίσσια ομορφιά! Τι δέος!

 Περπατούσα στο κρύο πούσι κείνα τα παγερά τα πρωϊνά τ΄Απρίλη.

 Τριγύρω ήχοι, χείμαροι, κλωνιά γυμνά, την Πασχαλιά περίμεναν ν΄ανθίσουν.

 Η φύση ολάκερη περίμενε σαν κόρη πουν στο μήνα της για να γεννοβολήσει

 Κι μαργαρίτες στις πλαγιές έπλεκαν γαϊτάνι!

 

 Ο γιδοβοσκος

 

Στα ριζά των δέντρων τ' αρχαία μονοπάτια, η χλωρασιά, τα μούσκλια.

 Πιό κει στο ξέγναντο, κατάκορφα στη ράχη

 στέκει καλύβα κλαδωτή στης βαλανιδιάς το γέρμα.

 Του γέρο-Τρόκα η μορφή, γιδοβοσκού του Ομήρου,

 να σαλαγά το θάνατο μες του κρασιού τη ζάλη

 μ' ακολουθεί... στου πανηγυργιού τους ήχους.

 Κραυγή θεριού ανήμερου γινόταν ο χορός του.

 Τον Μελανθέα εκάλαγε να σταυρωθεί μαζί του

 για μιας γυναίκας τη ματιά τη λάγνα που ποθούσε!


Χρόνης μούτσης  Πασχαλιά 2014

 

alt


ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΙΟΥ ΗΜΕΡΕΣ... στην Κάνιανη...

alt

Ήταν τέλος του Οκτώβρη, του κυνηγιού ημέρες και στο χωριό είχαμε καλλούς και έμπειρους κυνηγούς με σκυλιά καλά εκπαιδευμένα, πούξεραν να φέρνουν τα θηράματα μπροστά στους αφεντάδες τους. Πρώτοι και καλύτεροι ο μπαρμπα-Λιάς κι ο μπαρμπα-Θέμης, γνήσιοι ορεσίβιοι άντρες, μπαρουτοκαπνισμένοι, με ηλιοκαμένα πρόσωπα, κορμιά στεγνά και χέρια στιβαρά, δυνατά. Ξέραν σπιθαμή προς σπιθαμή τα μονοπάτια, τα περάσματα, τον τόπο όλο. Άφηναν το χάραμα τα κυνηγόσκυλα κάτω στα χαμηλά, στα ρουμάνια και στις ρεματιές, σε σκιερούς θαμνότοπους και σημεία απρόσιτα, απροσπέλαστα, κει που λούφαζαν οι αγριόχοιροι για να ξημερωθούν και με δυό-τρεις ακόμα άντρες που παίρνανε μαζί τους, πιάνανε τα περάσματα και περίμεναν υπομονετικά στα καρτέρια. Ξέρανε κατά που θα πήγαιναν και από που θα πέρναγαν τα θηράματα όταν θα τα ξετρύπωναν τα σκυλιά τους. Είναι περιττό μάλλον να πούμε πως όταν μπαρμπα-Λιάς κι ο μπαρμπα-Θέμης σήκωναν τους κόκορους και τραβούσαν την σκανδάλη το αγριογούρουνο δεν είχε καμιά τύχη. Πριν το μεσημέρι έρχονταν με τη λεία  φορτωμένη στα ζωντανά τους.

alt


Το στέκι των κυνηγών ήταν το μαγαζί του μπαρμπα-Γιάννη «του Μπαρτσόλια», καλοσυνάτου ανθρώπου, χωρατατζή, που ήξερε καλά την «χασαπική τέχνη» και με τα επιδέξια χέρια του αναλάμβανε εκείνος τότε τους σκοτωμένους αγριόκαπρους. Έγδερνε, τεμάχιζε, έβγαζε τα σωθικά και τα 'δινε στις γυναίκες να τα πλύνουν και να τα καθαρίσουν και να τα ετοιμάσουν για το τσιμπούσι που θα ακολουθούσε. Εγώ καθόμουνα και περιεργαζόμουν, κοίταζα τους αγριόχοιρους με τους μεγάλους γυριστούς χαβλιόδοντες, είχα κάνει συλλογή από δάυτους, ο μπαρμπα-Γιάννης το ξερε πως τους μάζευα και μου τους έδινε, καμιά φορά έπερνα στα χέρια μου και τα όπλα που ταν ακουμπισμένα στην σκαμνιά εκεί στην αυλή. Αλλά τα καλύτερα έρχονταν μετά που ξεκινούσαν οι τηγανιές με τα συκωτάκια κι ένα σωρό άλλα πεντανόστιμα μεζεκλίκια. Σ' εκείνα τα τραπέζια ήταν καλεσμένοι όλοι, κανένας δεν έμενε νηστικός, σε μια χαρωπή και θριαμβευτική ατμόσφαιρα απολάμβανα τους μεζέδες και άκουγα τους κυνηγούς που διηγούνταν τα δρώμενα της ημέρας τσουγκρίζοντας κάθε τόσο τα ποτήρια τους και απολαμβάνοντας τον ευφρόσινο Οινοχωρίτικο οίνο. Ήταν τόσο παραστατικοί στις περιγραφές τους που ήταν σα να ήμουν κι εγώ εκεί, λες κι έβλεπα τα κυνηγόσκυλα να τρέχουν σαν λυσσασμένα πίσω απ' τα αγριογούρουνα κι άκουγα τα ρείκια και τα πουρνάρια να σπάνε στο πέρασμα του τεράστιου αγριόκαπρου πούτρεχε να σωθεί και θαύμαζα τη σβελτάδα και την ευστοχία του μπαρμπα-Λια και του μπαρμπα-Θέμη που με μια τουφεκιά σώριαζαν εκείνα τα θεριά που κουτρουβαλούσαν μουγκρίζοντας εκεί στα βαθύσκιωτα περάσματα που τα εκαρτερούσε ο χάρος.

alt


Σκηνές του κυνηγιού όμορφες, ριζωμένες επί χιλιετίες στα  ασυνείδητα βάθη του λαού μας, που καθόλου δεν απέχουν απ' τις παραστάσεις του Ομήρου, όταν διηγείται το κυνήγι του αγριόχοιρου στις πλαγές του Παρνασού απ' τον Οδυσσέα. Κυνήγι  που έκαναν οι πρόγονοί μας ως και τις μέρες της διήγησής μου, πριν σαράντα χρόνια, που εναρμονιζόταν τέλεια με το περιβάλλον, διατηρούσε την ισορροπία στη φύση και φυσικά ήταν και ένα μέσο βιοπορισμού. Οι κυνηγοί καλούσαν όλους τότε σε κείνα τα τσιμπούσια και έδιναν απλόχερα σε φτωχές οικογένειες απ' τη λεία τους, και μοσχομύριζε το χωριό απ' εκείνο το στιφάδο που έκανε το αγριογούρουνο.

Τώρα ο μπαρμπα-Λιάς, ο μπαρμπα-Θέμης και ο μπαρμπα-Γιάννης δεν είναι κοντά μας. Κυνηγούν εκεί στα ουράνια σκηνώματα τη Θεία Δόξα και χωρατεύουν με τους Αγγέλους.   

Χρόνης Μούτσης   Παιανία  5 Ιανουαρίου 2014